κηρόπανο
Και: κερόπανο, κεροπάνι
και κηροπάνι, το, ουσ.
(υφαντ.) ύφασμα αλειμμένο με κερί: α) αδιάβροχο πανωφόρι, μουσαμάς, η μουσαμαδιά, β) ιδανικό για την θερμομόνωση των κυψελών.
Ετυμολογία
< αρχ. κηρό(ς) + πανί.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κηρόπανο και κερόπανο και κεροπάνι», σσ. 430-431. https://navalhistory.gr/lexiko/κηροπανο-και-κεροπανο-και-κεροπανι/