κοπή
η, ουσ.
- το τεμάχισμα ενός συνόλου, το κόψιμο
- η έκδοση και κυκλοφορία νέων νομισμάτων.
Ετυμολογία
< < αρχ. κοπή.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοπή», σ. 447. https://navalhistory.gr/lexiko/κοπη/