navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοπή

κοπή

η, ουσ.

  1. το τεμάχισμα ενός συνόλου, το κόψιμο
  2. η έκδοση και κυκλοφορία νέων νομισμάτων.

Ετυμολογία

< < αρχ. κοπή.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοπή», σ. 447. https://navalhistory.gr/lexiko/κοπη/