κιλοβάτ
το, άκλ.
(φυσ.) μονάδα μέτρησης ισχύος του ρεύματος, ίση με 1.000 βατ.
Ετυμολογία
< (νόθο σύνθετο) γαλλ. kilowatt < kilo [< ελλ. χιλιό[γραμμο] + watt < αγγλ. watt (από το όνομα του Σκωτσέζου μηχανικού J.Watt) [δες βατ].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κιλοβάτ», σ. 432. https://navalhistory.gr/lexiko/κιλοβατ/