κατευθείαν
επίρρ.
- ίσια μπροστά, χωρίς παρεκκλίσεις
- (μτφ.) χωρίς περιστροφές.
Ετυμολογία
< κατά- + ευθεία. < μτγν. φρ. κατ’ εὐθεῖαν [= σε ευθεία γραμμή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατευθείαν», σ. 421. https://navalhistory.gr/lexiko/κατευθειαν/