κερδοσκοπία
η, ουσ. [χωρίς πληθ.]
(οικον.) προσπάθεια με κάθε τρόπο για απόκτηση κέρδους πέραν του νόμιμου δικαιώματος.
Ετυμολογία
< κερδο-σκόπ(ος) -ία.
Παράγωγα
κερδοσκοπικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κερδοσκοπία», σ. 428. https://navalhistory.gr/lexiko/κερδοσκοπια/