καβουρολόγος
ο, ουσ.
- αυτός που μαζεύει καβούρια
- εργαλείο κατάλληλο για το μάζεμα των καβουριών, συνών. καβουροσύρτης.
Ετυμολογία
< κάβουρας [δες λ] + λόγος < λέγω [= συλλέγω].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβουρολόγος», σ. 382. https://navalhistory.gr/lexiko/καβουρολογοσ/