navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καβουρολόγος

καβουρολόγος

ο, ουσ.

  1. αυτός που μαζεύει καβούρια
  2. εργαλείο κατάλληλο για το μάζεμα των καβουριών, συνών. καβουροσύρτης.

Ετυμολογία

< κάβουρας [δες λ] + λόγος < λέγω [= συλλέγω].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καβουρολόγος», σ. 382. https://navalhistory.gr/lexiko/καβουρολογοσ/