κάπα
η, ουσ.
ο πρόσθετος ναύλος, ο επίναυλος.
Ετυμολογία
< ιταλ. και λατιν. cappa [= κάλυμμα κεφαλής].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάπα», σ. 402. https://navalhistory.gr/lexiko/καπα/