καρκινοειδή²
τα, ουσ.
(ζωολ.) ομοταξία υδρόβιων αρθροπόδων [λατιν. Crustacea], στην οποία ανήκουν τα καβούρια, οι αστακοί, οι γαρίδες και τα κριλ.
Ετυμολογία
< καρκίνος + -ειδή < είδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρκινοειδή», σ. 409. https://navalhistory.gr/lexiko/καρκινοειδη-2/