κυματώδης
-ης, -ες, επίθ.
αυτός που έχει πολλά κύματα, συνών. ταραγμένος, φουρτουνιασμένος.
Ετυμολογία
< αρχ. κῦμα + -ώδης.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυματώδης», σ. 467. https://navalhistory.gr/lexiko/κυματωδησ/