navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάγκελο

κάγκελο

το, ουσ.

  1. (αρχιτ.) σε κάθετη σειρά μεταλλικές ράβδοι ή ξύλινες πήχες στερεωμένες σε βάση και δεμένες στην κορυφή μεταξύ τους με οριζόντια κουπαστή, συνών. κιγκλίδωμα, παραπέτο, παρμακλίκια
  2. [πληθ.] φράχτης που εμποδίζει τη διάβαση.

Ετυμολογία

< μτγν. κάγκελλον < λατιν. cancellum [= κάγκελο].

Παράγωγα

καγκελώνω, καγκελωτός.

Σύνθετα

καγκελόπορτα, καγκελόφραχτος, καγκελοθυρίδα.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάγκελο», σ. 382. https://navalhistory.gr/lexiko/καγκελο/