κάγκελο
το, ουσ.
- (αρχιτ.) σε κάθετη σειρά μεταλλικές ράβδοι ή ξύλινες πήχες στερεωμένες σε βάση και δεμένες στην κορυφή μεταξύ τους με οριζόντια κουπαστή, συνών. κιγκλίδωμα, παραπέτο, παρμακλίκια
- [πληθ.] φράχτης που εμποδίζει τη διάβαση.
Ετυμολογία
< μτγν. κάγκελλον < λατιν. cancellum [= κάγκελο].
Παράγωγα
καγκελώνω, καγκελωτός.
Σύνθετα
καγκελόπορτα, καγκελόφραχτος, καγκελοθυρίδα.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάγκελο», σ. 382. https://navalhistory.gr/lexiko/καγκελο/