καλύπτρα
η, ουσ.
- σκέπασμα κεφαλιού και προσώπου, πέπλο, κεφαλοπάνι, κεφαλόδεσμος, κεφαλομάντηλο, μαντίλι, βέλο, φερετζές
- προστατευτικό ύφασμα, από συνθετικό συνήθως υλικό, για εργασίες σε ανοικτό και εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες χώρο
- (ναυπ.) αλεξήλιο λέμβου ή τμήματος καταστρώματος, (φρ.) «καλύπτρα καπνοδόχου / ζυγών / νομέων / εμβόλου / ελαστική / υφασμάτινη / συνθετική / γυάλινη».
Ετυμολογία
< αρχ. καλύπτρα [= πέπλο, γυναικείο βέλο, σκέπασμα].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλύπτρα», σ. 394. https://navalhistory.gr/lexiko/καλυπτρα/