navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καλύπτρα

καλύπτρα

η, ουσ.

  1. σκέπασμα κεφαλιού και προσώπου, πέπλο, κεφαλοπάνι, κεφαλόδεσμος, κεφαλομάντηλο, μαντίλι, βέλο, φερετζές
  2. προστατευτικό ύφασμα, από συνθετικό συνήθως υλικό, για εργασίες σε ανοικτό και εκτεθειμένο στις καιρικές συνθήκες χώρο
  3. (ναυπ.) αλεξήλιο λέμβου ή τμήματος καταστρώματος, (φρ.) «καλύπτρα καπνοδόχου / ζυγών / νομέων / εμβόλου / ελαστική / υφασμάτινη / συνθετική / γυάλινη».

Ετυμολογία

< αρχ. καλύπτρα [= πέπλο, γυναικείο βέλο, σκέπασμα].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καλύπτρα», σ. 394. https://navalhistory.gr/lexiko/καλυπτρα/