navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καζίλι

καζίλι

το, ουσ.

  1. (ναυτ). λεπτό πλεκτό σχοινί των αλιευτικών διχτυών
  2. σπάγκος με τον οποίο έραβαν κάποτε στο χέρι τα τσουβάλια
  3. είδος νήματος από αιγότριχα.

Ετυμολογία

< ίσως τουρκ. kazili [= σκαμμένος, σκαφτός] ίσως και ξυσμένος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καζίλι», σ. 383. https://navalhistory.gr/lexiko/καζιλι/