καζίλι
το, ουσ.
- (ναυτ). λεπτό πλεκτό σχοινί των αλιευτικών διχτυών
- σπάγκος με τον οποίο έραβαν κάποτε στο χέρι τα τσουβάλια
- είδος νήματος από αιγότριχα.
Ετυμολογία
< ίσως τουρκ. kazili [= σκαμμένος, σκαφτός] ίσως και ξυσμένος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καζίλι», σ. 383. https://navalhistory.gr/lexiko/καζιλι/