κο(υ)ραστάρι
Και: κορδαστάρι
το, ουσ.

(εργαλ.) [παλαιότερα] είδος μεγάλου χειροκίνητου ξυλουργικού πριονιού, αποτελούμενο από μεγάλη λάμα που ήταν προσαρμοσμένη σε τελάρο και χρησιμοποιούνταν στην ξυλοναυπηγική, στην ξυλουργική, γνωστό επίσης και ως καταρράκτης, χρήσιμο κυρίως, στο κόψιμο μεγάλων κορμών, συνών. πισκί.
Ετυμολογία
< αρχ. κουρά, γεν. -ᾶς, (κείρω), [= κουρά ή κούρεμα των μαλλιών] + (ίσως) στάρι < σιτάρι.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κο(υ)ραστάρι και κορδαστάρι», σ. 455. https://navalhistory.gr/lexiko/κουρασταρι-και-κορδασταρι/