navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κόρηθρο

κόρηθρο

το, ουσ.

  1. δέσμη φτερών δεμένων σε ξύλινο ή πλαστικό στέλεχος, φτερό ξεσκονίσματος, συνών. ξεσκονιστήρι
  2. (εργαλ.) κυλινδρική βούρτσα με σκληρές τρίχες στερεωμένη σε ράβδο χρήσιμη στον καθαρισμό του κοίλου των πυροβόλων ή για τον καθαρισμό των υφάλων του πλοίου
  3. (αρχ.) σάρωθρον και σάρωτρον [= σκούπα].

Ετυμολογία

< αρχ. κόρηθρον < κορέω [= καθαρίζω, σαρώνω].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόρηθρο», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορηθρο/