κόρηθρο
το, ουσ.
- δέσμη φτερών δεμένων σε ξύλινο ή πλαστικό στέλεχος, φτερό ξεσκονίσματος, συνών. ξεσκονιστήρι
- (εργαλ.) κυλινδρική βούρτσα με σκληρές τρίχες στερεωμένη σε ράβδο χρήσιμη στον καθαρισμό του κοίλου των πυροβόλων ή για τον καθαρισμό των υφάλων του πλοίου
- (αρχ.) σάρωθρον και σάρωτρον [= σκούπα].
Ετυμολογία
< αρχ. κόρηθρον < κορέω [= καθαρίζω, σαρώνω].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόρηθρο», σ. 449. https://navalhistory.gr/lexiko/κορηθρο/