καθυστέρηση
η, ουσ.
- α) αργοπόρηση, το να έχει αργήσει κάποιος να εμφανιστεί στο σημείο συνάντησης ή εργασίας ή οπουδήποτε αλλού, β) η αργοπορία ενός μέσου μετακίνησης στο προγραμματισμένο δρομολόγιό του
- (ιατρ.) το να μην έχει εμφανιστεί στη γυναίκα η περίοδός της, κάτι που ίσως να δηλώνει ότι είναι έγκυος ή ότι υπάρχει κάποιο υποκείμενο νόσημα
- όρος που φανερώνει κάποιο βαθμό νοητικής υστέρησης.
Ετυμολογία
< καθυστερη- (< καθυστερώ) -σις > -ση.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καθυστέρηση», σ. 387. https://navalhistory.gr/lexiko/καθυστερηση/