κουζίνα
η, ουσ.
- (αρχιτ.) μαγειρείο [χώρος παρασκευής φαγητών] σπιτιών και εστιατορίων, ξεχωριστός εργασιακός χώρος σε πλοίο
- (τεχνολ.) συσκευή για μαγείρεμα
- τρόπος μαγειρέματος, συνών. γαστρονομία.
Ετυμολογία
[για την 1η και 2η ερμ.] βενετ. cusina < ιταλ. cucina, για την 3η ερμ.] γαλλ. cuisine, και τα δύο από το λατιν. coquinus [= μαγειρικός] < coquere [=ψήνω, μαγειρεύω].
Παράγωγα
κουζινικά, κουζινιέρα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουζίνα», σ. 453. https://navalhistory.gr/lexiko/κουζινα/