navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κουζίνα

κουζίνα

η, ουσ.

  1. (αρχιτ.) μαγειρείο [χώρος παρασκευής φαγητών] σπιτιών και εστιατορίων, ξεχωριστός εργασιακός χώρος σε πλοίο
  2. (τεχνολ.) συσκευή για μαγείρεμα
  3. τρόπος μαγειρέματος, συνών. γαστρονομία.

Ετυμολογία

[για την 1η και 2η ερμ.] βενετ. cusina < ιταλ. cucina, για την 3η ερμ.] γαλλ. cuisine, και τα δύο από το λατιν. coquinus [= μαγειρικός] < coquere [=ψήνω, μαγειρεύω].

Παράγωγα

κουζινικά, κουζινιέρα.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κουζίνα», σ. 453. https://navalhistory.gr/lexiko/κουζινα/