navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάψιμο

κάψιμο

το, ουσ.

  1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καίω, η αποτέφρωση κάποιου πράγματος
  2. το αίσθημα που δοκιμάζει κάποιος, όταν έρχεται σε επαφή με τη φωτιά ή με κάποια καυστική ουσία, έγκαυμα
  3. δυσάρεστο αίσθημα που νιώθει κάποιος από μπαχαρικά που έχουν καυστική γεύση
  4. (ιατρ.) το αίσθημα της φλόγωσης που αισθάνεται στομαχικά κάποιος, καούρα
  5. (ναυπ.) η επίκαυση με φλόγιστρο των υφάλων του σκάφους.

Ετυμολογία

< καψ- (< καίω) -ιμο.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάψιμο», σσ. 424-425. https://navalhistory.gr/lexiko/καψιμο/