κάψιμο
το, ουσ.
- η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του καίω, η αποτέφρωση κάποιου πράγματος
- το αίσθημα που δοκιμάζει κάποιος, όταν έρχεται σε επαφή με τη φωτιά ή με κάποια καυστική ουσία, έγκαυμα
- δυσάρεστο αίσθημα που νιώθει κάποιος από μπαχαρικά που έχουν καυστική γεύση
- (ιατρ.) το αίσθημα της φλόγωσης που αισθάνεται στομαχικά κάποιος, καούρα
- (ναυπ.) η επίκαυση με φλόγιστρο των υφάλων του σκάφους.
Ετυμολογία
< καψ- (< καίω) -ιμο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάψιμο», σσ. 424-425. https://navalhistory.gr/lexiko/καψιμο/