καταγράφω
ρ. [μετβ.]
- αποτυπώνω γραπτά ή ηλεκτρονικά, ηχητικά ή ραδιοτηλεοπτικά, δεδομένα, πληροφορίες, δρώμενα, που αφορούν την προσωπική αλλά και την κοινωνική και πολιτική ζωή
- γράφω σε βιβλίο ή ξεχωριστό κατάλογο διάφορα στοιχεία που σε μελλοντικό χρόνο θα τύχουν ενημέρωσης και επεξεργασίας, όπως στο «ημερολόγιο καταστρώματος» Γ. Σεφέρης.
Ετυμολογία
[για την 1η ερμ.] < σημδ. από τη γαλλ. enregistrer, [για τη 2η ερμ.] < αρχ. καταγράφω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταγράφω», σ. 415. https://navalhistory.gr/lexiko/καταγραφω/