κοράλλι
το, ουσ.

- (ζωολ.) θαλάσσιο ζωόφυτο που αναπτύσσεται σε βάθος πάνω από 60 μ. και δημιουργεί ασβεστολιθικούς υφάλους
- (φυτολ.) καλλωπιστικό φυτό
- (γεωλ.) ασβεστολιθικό υλικό κατάλληλο για κατασκευή κοσμημάτων
- κόσμημα
- (μτφ.) ερυθρότητα
- (γεωγρ.) [φρ.] «θάλασσα Κοραλλίων Coral Sea», ακτή στη βορειοανατολική πλευρά της Αυστραλίας που περιλαμβάνει πλήθος ακατοίκητων νησιών και σ’ αυτήν εντάσσεται και ο «Μεγάλος Κοραλλιογενής Ύφαλος - great barrier reef», ο οποίος έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1981.
Ετυμολογία
< λατιν. corall(i)um < μτγν. κοράλλιον (ίσως) ανατολικής προέλευσης.
Παράγωγα
κοραλλένιος, κοράλλινος, κοραλλίζω, κοραλλικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοράλλι», σ. 448. https://navalhistory.gr/lexiko/κοραλλι/