navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοράλλι

κοράλλι

το, ουσ.

κοράλλι, εικόνα από το έντυπο
  1. (ζωολ.) θαλάσσιο ζωόφυτο που αναπτύσσεται σε βάθος πάνω από 60 μ. και δημιουργεί ασβεστολιθικούς υφάλους
  2. (φυτολ.) καλλωπιστικό φυτό
  3. (γεωλ.) ασβεστολιθικό υλικό κατάλληλο για κατασκευή κοσμημάτων
  4. κόσμημα
  5. (μτφ.) ερυθρότητα
  6. (γεωγρ.) [φρ.] «θάλασσα Κοραλλίων Coral Sea», ακτή στη βορειοανατολική πλευρά της Αυστραλίας που περιλαμβάνει πλήθος ακατοίκητων νησιών και σ’ αυτήν εντάσσεται και ο «Μεγάλος Κοραλλιογενής Ύφαλος - great barrier reef», ο οποίος έχει ανακηρυχθεί Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς από την UNESCO το 1981.

Ετυμολογία

< λατιν. corall(i)um < μτγν. κοράλλιον (ίσως) ανατολικής προέλευσης.

Παράγωγα

κοραλλένιος, κοράλλινος, κοραλλίζω, κοραλλικός.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοράλλι», σ. 448. https://navalhistory.gr/lexiko/κοραλλι/