κρουνός
ο, ουσ.

ειδικό σωλήνας ή κάνουλα, που λειτουργεί ως βρύση με μεγάλη διάμετρο στομίου, και επιτρέπει την διοχέτευση μεγάλων ποσοτήτων νερού για τροφοδότηση πυροσβεστικών οχημάτων ή σκαφών, βυτιοφόρων νερού, (φρ.) «κρουνός αποστράγγισης / διανομής / αλατόμετρου / ατμού / διαφράγματος / διπλής ροής / δυναμοδείκτη / εισαγωγής / εκκένωσης / εκροής / εξαγωγής / εξαφρίσεων / εξυδάτωσης / θαλασσίου ύδατος / θλιβόμετρου / κατακλύσεως / λιπάνσεως / μανόμετρου / σχήματος ορθής γωνίας / τετραπλής – τριπλής [τρίκορος] – διπλής ροής / τροφοδοτήσεως / δοκιμαστικός / εξαεριστικός / λιπαντικός / ορειχάλκινος / παροχικός / συμπληρωματικός / συνδετικός / τροφοδοτικός / απομονωτικός / δεξαμενής / σφαιρικός», 2. (μτφ.) το δημόσιο ταμείο, ο δημόσιος κορβανάς.
Ετυμολογία
< αρχ. κρουνός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρουνός», σ. 461. https://navalhistory.gr/lexiko/κρουνοσ/