κυβικός
-ή, -ό, επίθ.
αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στον κύβο, (φρ.) «κυβικό μέτρο» (m³) ή σπανιότερα κυβόμετρο, μονάδα μέτρησης του όγκου, [ο όγκος δηλ. που καταλαμβάνει ένας συμπαγής κύβος, του οποίου κάθε ακμή είναι ίση με 1 μέτρο], «κυβικό εκατοστόμετρο / χιλιοστόμετρο».
Ετυμολογία
< αρχ. κυβικός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κυβικός», σ. 462. https://navalhistory.gr/lexiko/κυβικοσ/