καρκινοειδή¹
τα, ουσ. [συνήθως στον πληθ.]
(ζωολ.) μεγάλη ομάδα αρθρόποδων οστρακοειδών, που περιλαμβάνει ζώα όπως τα καβούρια, τους αστακούς, τις καραβίδες, τις γαρίδες και τα κριλ.
Ετυμολογία
< καρκίνος + είδος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρκινοειδή», σ. 409. https://navalhistory.gr/lexiko/καρκινοειδη/