κρητικός
ή, και -ιά, -ό, επίθ.
- αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην Κρήτη ή προέρχεται απ’ αυτήν
- [ως κύρ. όν.:] ο κάτοικος της Κρήτης
- [το αρσ. ως ουσ.] ο κρητικός, μετρικός πους
- [το ουδ. ως ουσ.] το κρητικόν, κοντό θρησκευτικό ιμάτιο.
Ετυμολογία
< τοπων. Κρήτη + [κατάλ.] -ικός < αβέβαιης ετυμολογίας, λ. προελληνική < σύμφωνα με την παράδοση από τα μυθικά πρόσωπα *Κρήτη ή *Κρής.
Μυθολογια
1. Κρης: α) πρώτος βασιλιάς και γενάρχης των αυτόχθονων Κρητικών γνωστών ως Ετεοκρητών, β) βασιλιάς της νησιωτικής περιοχής, ένας από του Κορύβαντες [= πρώτοι άνθρωποι] που πρόσφερε άσυλο στο μικρό Δία, γλυτώνοντάς τον από το διωγμό του Κρόνου. 2. Κρήτη, μία από τις Εσπερίδες Νύμφες, πιθανολογείται ως σύζυγος του Μίνωα και μητέρα της Πασιφάης από τον Ήλιο και του Καρός από τον Δία. Ίσως, είναι η ηρωίδα που έδωσε το όνομά της στο νησί, στους ανθρώπους του αλλά και στον πολιτισμό που δημιούργησαν αυτοί.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρητικός», σσ. 459-460. https://navalhistory.gr/lexiko/κρητικοσ/