navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καν(ν)αβάτσο

καν(ν)αβάτσο

το, ουσ.

  1. (ενδυμ.) χοντρό ύφασμα κατασκευασμένο από ίνες λιναριού, βαμβακιού ή κάνναβης, κατάλληλο για κατασκευή τσουβαλιών, πανιών ιστιοφόρων σκαφών, εσωτερικών επενδύσεων ανδρικών ρούχων κ.λπ.
  2. (γενικότ.) δάπεδο παλαίστρας ή χώρου πυγμαχίας.

Ετυμολογία

(αντιδάνειο) < μσν. κανναβάτσον < ιταλ. cannavaccio < μσν. λατιν. cannabis < αρχ. κάνναβις.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καν(ν)αβάτσο», σ. 400. https://navalhistory.gr/lexiko/κανναβατσο/