κόπτω
ρ. [μετβ. και αμετβ.] δες κόβω. κόπωση, η, ουσ.
η κούραση, συνών. κόπος, κάματος, εξάντληση.
Ετυμολογία
< μτγν. κόπωσις < < κόπος.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κόπτω», σ. 447. https://navalhistory.gr/lexiko/κοπτω/