navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κομπωτός

κομπωτός

-ή, -ό, επίθ.

αυτός που αποτελείται από πολλούς κόμπους ή που τον έχουν δέσει με κόμπους, κομποδεμένος, αντών. λυμένος, ακόμπωτος.

Ετυμολογία

< κόμπος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κομπωτός», σ. 444. https://navalhistory.gr/lexiko/κομπωτοσ/