navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κρίκος

κρίκος

ο, ουσ.

  1. μεταλλικός χαλκάς
  2. (μτφ.) η σχέση που συνδέει πρόσωπα ή καταστάσεις
  3. (αθλητ.-πληθ.) οι κρίκοι: α) όργανα γυμναστικής, β) άθλημα της ενόργανης γυμναστικής
  4. σκουλαρίκι
  5. (φρ.) «κρίκος άγκυρας / αλυσίδας / απλός / ισχυρός / κοινός / μικρός / περιστρεφόμενος / συνδετικός / θήτα / διάδετος / λυόμενος».

Ετυμολογία

< αρχ. κρίκος [= δαχτυλίδι, μικρή οπή].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρίκος», σ. 460. https://navalhistory.gr/lexiko/κρικοσ/