κρίκος
ο, ουσ.
- μεταλλικός χαλκάς
- (μτφ.) η σχέση που συνδέει πρόσωπα ή καταστάσεις
- (αθλητ.-πληθ.) οι κρίκοι: α) όργανα γυμναστικής, β) άθλημα της ενόργανης γυμναστικής
- σκουλαρίκι
- (φρ.) «κρίκος άγκυρας / αλυσίδας / απλός / ισχυρός / κοινός / μικρός / περιστρεφόμενος / συνδετικός / θήτα / διάδετος / λυόμενος».
Ετυμολογία
< αρχ. κρίκος [= δαχτυλίδι, μικρή οπή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρίκος», σ. 460. https://navalhistory.gr/lexiko/κρικοσ/