navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καράκα

καράκα

η, ουσ.

(ναυπ.) ψηλό και στενό πλοίο του μεσαίωνα με τρία ή τέσσερα ιστία.

Ετυμολογία

< γαλλ. caraque < ιταλ. caracca < αραβ. karraka [= ζαρκάδι].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καράκα», σ. 406. https://navalhistory.gr/lexiko/καρακα/