navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρχαρίας

καρχαρίας

ο, ουσ.

καρχαρίας, εικόνα από το έντυπο
  1. (ιχθυολ.) θαλάσσιο κήτος, αρπαχτικό και αιμοβόρο που ζει σε μεγάλες θάλασσες και ποταμούς, με πολλά και διαφορετικά είδη πολλά από τα οποία σπανίζουν, όπως: 1. ο ταυροκαρχαρίας, ο μεγάλος λυκός καρχαρίας, ο αλεπόσκυλος, ο κοκκοκεντροφόρος, ο σαπουνάς, ο κοκκαγκαθίτης, ο επτακαρχαρίας, ο ρυγχοκαρχαρίας, η λάμια, ο αγριοκαρχαρίας, ο οξύνωτος, ο γλαύκος, ο αχινόγατος, ο σφυροκέφαλος, ο αγγελοκαρχαρίας κ.ά.
  2. (μτφ.) ο άπληστος άνθρωπος, αυτός που τα θέλει όλα δικά του, ο αχόρταγος
  3. (κινημ.) «Τα σαγόνια του καρχαρία» (Jaws), [1975] αμερικανική ταινία σε σκηνοθεσία Steven Allan Spielberg, με πρωταγωνιστές τους: Roy Richard Scheider, Richard Stephen Dreyfuss και Robert Archibald Shaw.

Ετυμολογία

< αρχ. κάρχαρος, -ον, [= κοφτερός, αιχμηρός, με κοφτερά δόντια].

Σύνθετα

γλαυκοκαρχαρίας, μεγαλοκαρχαρίας, πριονοκαρχαρίας, ταυροκαρχαρίας, φαλαινοκαρχαρίας. 1. Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία. Παίξε στον άνεμο τη γλώσσα σου και πέρνα. Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία. Το φίδι σκίζεται στο βράχο με τη σμέρνα… 2. Τὸ καραντί ... Τὸ καραντὶ θὰ μᾶς μπατάρει. Σάπια βρεχάμενα, τσιμέντο καὶ σκουριά. Ἀπὸ νωρίς, δεξιὰ στὴν μάσκα τὴν πλωριά, κοιμήθηκεν ὁ καρχαρίας ποὺ πιλοτάρει….

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρχαρίας», σ. 412. https://navalhistory.gr/lexiko/καρχαριασ/