navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάμπτω

κάμπτω

ρ. [μετβ.]

  1. λυγίζω κάτι, δίνω καμπύλο σχήμα σε ένα σώμα, συνών. κυρτώνω, καμπυλώνω
  2. (μτφ.) κάνω κάποιον να υποχωρήσει από τις απόψεις του
  3. εξαντλούνται οι δυνάμεις μου, χάνω την αντοχή μου
  4. χάνω τον αγώνα.

Ετυμολογία

< αρχ. κάμπτω.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάμπτω», σ. 398. https://navalhistory.gr/lexiko/καμπτω/