κάμπτω
ρ. [μετβ.]
- λυγίζω κάτι, δίνω καμπύλο σχήμα σε ένα σώμα, συνών. κυρτώνω, καμπυλώνω
- (μτφ.) κάνω κάποιον να υποχωρήσει από τις απόψεις του
- εξαντλούνται οι δυνάμεις μου, χάνω την αντοχή μου
- χάνω τον αγώνα.
Ετυμολογία
< αρχ. κάμπτω.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάμπτω», σ. 398. https://navalhistory.gr/lexiko/καμπτω/