κέφαλος
ο, ουσ.

(ιχθυολ.) ψάρι των ελληνικών θαλασσών, αφθονεί στους κόλπους του Αμβρακικού και του Μεσολογγίου, γνωστό και με άλλα ονόματα όπως: στειράδια (οι αρσενικοί), μπάφες (οι αβγωμένες θηλυκές), μυξινάρια, χρυσόχρωμοι, το επίσημο όνομά του είναι «Μουγίλος ο κέφαλος - Mugil cephalus», [υποκ.] κεφαλόπουλο, συνών. λικουρίνος.
Ετυμολογία
< αρχ. κέφαλος < κεφάλ(ι) + -ος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κέφαλος», σ. 430. https://navalhistory.gr/lexiko/κεφαλοσ/