καμπή
η, ουσ.
- το σημείο στο οποίο κάμπτεται μια ευθεία, στροφή
- το σημείο στο οποίο λυγίζει κάτι, ή μεταβάλλει την πορεία του
- (μτφ.) χρονική στιγμή έναρξης πολιτικών, κοινωνικών, προσωπικών, ή οποιουδήποτε άλλου τομέα, εξελίξεων, μεταρρυθμίσεων, αλλαγών κ.λπ.
Ετυμολογία
< αρχ. καμπή < κάμπτω.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καμπή», σ. 397. https://navalhistory.gr/lexiko/καμπη/