κολυμβητήριο
το, ουσ.
(αθλητ.) χώρος αποτελούμενος από μία ή περισσότερες πισίνες για την πραγματοποίηση προπονήσεων και αγώνων στο άθλημα της κολύμβησης.
Ετυμολογία
< κολυμβη(τής) + -τήριο.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κολυμβητήριο», σ. 442. https://navalhistory.gr/lexiko/κολυμβητηριο/