κρικέλλι
το, ουσ.
ο μικρός χαλκάς.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο) < μτγν. κρικέλ(λ)ιον < υποκ. του κρίκελλος < λατιν. circellus, υποκ. του circulus < αρχ. κίρκος [= γεράκι] ή κρίκος [= δαχτυλίδι, μικρή οπή].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρικέλλι», σ. 460. https://navalhistory.gr/lexiko/κρικελλι/