κλαπέτο
το, ουσ.
(τεχνολ.) α) μηχανισμός, τύπου βαλβίδας, που επιτρέπει ή διακόπτει τη ροή υγρών ή αερίων, επιγλωττίδα, β) είδος φρένου σε βαριά οχήματα.
Ετυμολογία
< γαλλ. clapet < clapper < αγγλ. clap [= κρότος] + - et.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κλαπέτο», σ. 434. https://navalhistory.gr/lexiko/κλαπετο/