κιρλα(ν)γκίτσι
το, ουσ.

(ναυπ.) ελαφρύ ιστιοφόρο του 18ου αι. τρίστηλο, με τριγωνικά πανιά [λατίνια], χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες καραβοκυραίους στις εμπορικές τους μετακινήσεις, έφερε δύο κανονάκια για την αντιμετώπιση της πειρατικής δράσης, συνών. πολάκα [δες λ.].
Ετυμολογία
< αγνώστου ετύμου, ίσως από το τουρκ. kırlangıç [= 1. χελιδόνι, 2. ξύλο στον πίσω άξονα των τροχών ιππήλατων αμαξών].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κιρλα(ν)γκίτσι», σ. 434. https://navalhistory.gr/lexiko/κιρλανγκιτσι/