καζάνι
το, ουσ. [γεν. καζανιού, -ιών]


- μεγάλο μεταλλικό δοχείο, υψηλών προδιαγραφών κατασκευαστικά, συνήθως στρογγυλό, κατάλληλο για διάφορες χρήσεις, συνών. τέντζερης, λέβητας, κακάβι, βραστήρας, μαρμίτα, λεβέτι, χαρανί, χαρκότσκας, πινιάτα, πινιάτι
- (τεχνολ.) α) ατμολέβητας, ατμοκάζανο, β) αποστακτήρας, άμβυκας
- (φρ. μτφ.) «όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι», όλοι ζούμε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και υποφέρουμε το ίδιο, «μου κάνει το κεφάλι καζάνι», μου φέρνει πονοκέφαλο
- (λογοτ.) «…κι ολημερίς κι ολονυκτίς μες στου ήλιου το καζάνι / μαύρο κατράμι χοχλακά για των οχτρών τ’ ασκέρια» [Γιάννης Ρίτσος].
Ετυμολογία
< τουρκ. kazan.
Παράγωγα
καζανιά, καζανιάζω, καζαντζής, καζανάς.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καζάνι», σ. 383. https://navalhistory.gr/lexiko/καζανι/