navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καζάνι

καζάνι

το, ουσ. [γεν. καζανιού, -ιών]

καζάνι, εικόνα από το έντυπο
καζάνι, εικόνα από το έντυπο
  1. μεγάλο μεταλλικό δοχείο, υψηλών προδιαγραφών κατασκευαστικά, συνήθως στρογγυλό, κατάλληλο για διάφορες χρήσεις, συνών. τέντζερης, λέβητας, κακάβι, βραστήρας, μαρμίτα, λεβέτι, χαρανί, χαρκότσκας, πινιάτα, πινιάτι
  2. (τεχνολ.) α) ατμολέβητας, ατμοκάζανο, β) αποστακτήρας, άμβυκας
  3. (φρ. μτφ.) «όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι», όλοι ζούμε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και υποφέρουμε το ίδιο, «μου κάνει το κεφάλι καζάνι», μου φέρνει πονοκέφαλο
  4. (λογοτ.) «…κι ολημερίς κι ολονυκτίς μες στου ήλιου το καζάνι / μαύρο κατράμι χοχλακά για των οχτρών τ’ ασκέρια» [Γιάννης Ρίτσος].

Ετυμολογία

< τουρκ. kazan.

Παράγωγα

καζανιά, καζανιάζω, καζαντζής, καζανάς.

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καζάνι», σ. 383. https://navalhistory.gr/lexiko/καζανι/