navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοτόν

κοτόν

το, άκλ. ουσ.

(ενδυμ.) α) βαμβακερό ύφασμα, β) βαμβάκι.

Ετυμολογία

< γαλλ. coton < μσν. coton < αραβ. qut in.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοτόν», σ. 451. https://navalhistory.gr/lexiko/κοτον/