καρρέ
το, άκλ.
ουσ. δες καρέ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρρέ», σ. 410. https://navalhistory.gr/lexiko/καρρε/
Λεξικό της Θάλασσας › Κ › καρρέ
το, άκλ.
ουσ. δες καρέ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καρρέ», σ. 410. https://navalhistory.gr/lexiko/καρρε/