καταπονώ
ρ. [μετβ.]
κουράζω κάποιον, τον εξαντλώ σωματικά, τον καταβάλλω.
Ετυμολογία
< κατά + [αρχ.] πονέω, -ῶ < πόνος.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καταπονώ», σ. 419. https://navalhistory.gr/lexiko/καταπονω/