καμαριέρης
ο, καμαριέρα, η, και καμαργέρης, ο, ουσ.
(επάγγ.) αυτός που τακτοποιεί και καθαρίζει τα δωμάτια ενός ξενοδοχείου, ενός σκάφους κ.λπ. συνών. θαλαμηπόλος.
Ετυμολογία
(αντιδάνειο)
ή < γαλλ. camariere, ή
ή < βενετ. ή ιταλ. camarier(e), (θηλ.) camariera, < camera [= δωμάτιο], και οι τρεις πιθανές ετυμολογήσεις από το αρχ. καμάρα [= θολωτό δωμάτιο ή καθετί που έχει θολωτή στέγη ή κάλυμμα].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «καμαριέρης», σ. 395. https://navalhistory.gr/lexiko/καμαριερησ/