Κέρκυρα
η, ουσ.
(γεωγρ.) α) νησί του Ιονίου Πελάγους, με έκταση 592 τ.χλμ. και πληθυσμό 99.134 κατοίκους [απογρ. 2021], β) η ομώνυμη πόλη με 30.737 κατοίκους [απογρ. 2021].
Ετυμολογία
<
ή αρχ. Κέρκυρα, αγγλ. Corfu, κατά παραφθορά του μσν. ονόματος Κορφοί [παρωχημένο] < Κορυφώ, επειδή δύο υψώματα [κορυφές] δεσπόζουν στην περιοχή, πάνω στα οποία είναι κτισμένα δύο κάστρα, από την βυζαντινή και την ενετική περίοδο, ή
ή < (μυθολ.) α) από το όνομα της κόρης του ποταμού Ασωπού, την Κέρκυρα, την οποία έκλεψε ο θεός Ποσειδώνας και ενώθηκε μαζί της στο νησί, ή β) ίσως από τη λ. Κέρκουρος [ονομασία ελαφρού τύπου πλοίου, ή κάποιου είδους ψαριού).
Παράγωγα
Κερκυραίος, -αία, κερκυραϊκός.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «Κέρκυρα», σ. 429. https://navalhistory.gr/lexiko/κερκυρα/