κοινοπραξία
η, ουσ.
ένωση προσώπων ή εταιρειών για προώθηση των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους με σκοπό την απόκτηση μεγαλύτερων οικονομικών συμφερόντων από την εγχώρια ή τη διεθνή αγορά, συνών. κονσόρτσιουμ, (φρ.) «κοινοπραξία ατμοπλοϊκών / τουριστικών / επιβατοχηματαγωγών σκαφών».
Ετυμολογία
< μσν. κοινοπραξία < μτγν. κοινοπραγία.
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοινοπραξία», σ. 438. https://navalhistory.gr/lexiko/κοινοπραξια/