κολάρο
το, ουσ.
- (ενδυμ.) σκληρός γιακάς σε πουκάμισο, σακάκι ή παλτό
- (ποτ.) αφρός μπύρας στο ποτήρι
- δερμάτινο στεφάνι στο λαιμό ζώων για το δέσιμό τους με αλυσίδα, συνών. περιλαίμιο, περιαυχένιο
- (ναυπ.) μεταλλικός δακτύλιος που σταθεροποιεί την ιστοπέδη, τη βάση του ιστού στο κατάστρωμα του σκάφους.
Ετυμολογία
< μσν. κολλάρον < ιταλ. collaro < βενετ. collaro < λατιν. collare [= κλοιός, περιτραχήλιο] < collum [= τράχηλος].
Συνώνυμα στο λεξικό
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κολάρο», σ. 440. https://navalhistory.gr/lexiko/κολαρο/