navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κολάρο

κολάρο

το, ουσ.

  1. (ενδυμ.) σκληρός γιακάς σε πουκάμισο, σακάκι ή παλτό
  2. (ποτ.) αφρός μπύρας στο ποτήρι
  3. δερμάτινο στεφάνι στο λαιμό ζώων για το δέσιμό τους με αλυσίδα, συνών. περιλαίμιο, περιαυχένιο
  4. (ναυπ.) μεταλλικός δακτύλιος που σταθεροποιεί την ιστοπέδη, τη βάση του ιστού στο κατάστρωμα του σκάφους.

Ετυμολογία

< μσν. κολλάρον < ιταλ. collaro < βενετ. collaro < λατιν. collare [= κλοιός, περιτραχήλιο] < collum [= τράχηλος].

Συνώνυμα στο λεξικό

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κολάρο», σ. 440. https://navalhistory.gr/lexiko/κολαρο/