navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κοραλλιογενής

κοραλλιογενής

-ής, -ές, επίθ.

αυτός που έχει δομηθεί από κοράλλια, (φρ.) α) «κοραλλιογενείς σχηματισμοί», γεωλογικοί σχηματισμοί από τον ασβεστολιθικό σκελετό κνιδοζώων, β) «κοραλλιογενείς ύφαλοι», υποθαλάσσιοι σχηματισμοί από απολιθωμένους σκελετούς κυρίως κοραλλιών αλλά και πολλών άλλων ζωικών και φυτικών ειδών, γ) «κοραλλιογενείς νήσοι», ωκεάνιοι γεωλογικοί σχηματισμοί από κοράλλια, «κοραλλιογενές σπήλαιο», κοιλότητα σε κοραλλιογενή ύφαλο.

Ετυμολογία

< κοράλλι(ον) -ο- + -γενής < γένος.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κοραλλιογενής», σ. 448. https://navalhistory.gr/lexiko/κοραλλιογενησ/