κύκλος
ο, ουσ.
- (γεωμ.) α) η κλειστή καμπύλη γραμμή που το κάθε σημείο της απέχει εξίσου από το κέντρο, η περίμετρος, περιφέρεια, β) η επιφάνεια που περικλείεται από την παραπάνω γραμμή
- η κυκλική πορεία
- σειρά επαναλαμβανόμενων γεγονότων
- (ιατρ.) η περίοδος της έμμηνης ρύσης των γυναικών
- ομάδα ανθρώπων με κοινά γνωρίσματα και στόχους
- (εκφρ.) «φαύλος κύκλος», μπερδεμένη κατάσταση, (φρ.) «κύκλος αειφανών αστέρων / αποκλίσεως / έκκεντρου / διαδρομής πλανήτη / θέσεως / ίσου πλάτους / καμπυλότητας / μήκους / ορθής αναφοράς / περιστροφής πλοίου / φωτεινότητας», «υδρολογικός / αζιμουθιακός / ανταρκτικός / αρκτικός / τροπικός / γαλαξιακός / ζωδιακός / ηλιακός / ημερήσιος / κάθετος / μέγιστος / παράλληλος / μεσημβρινός / πολικός / μικρός / ωριαίος / σεληνιακός κύκλος»,
- (εκδ.) «Ο Κύκλος» (με υπότιτλο: Φύλλα του λόγου και της τέχνης) λογοτεχνικό περιοδικό που κυκλοφόρησε μεταξύ του 1931- 1939 και ξαναεκδόθηκε μεταπολεμικά στο διάστημα 1945 – 1947
- (λογοτ.) «Ο κύκλος με την κιμωλία» θεατρικό έργο του Μπέρτολ Μπρεχτ - Bertolt Brecht.
Ετυμολογία
< αρχ. κύκλος.
Παράγωγα
κυκλώνω, κυκλικός.
Σύνθετα
κυκλοειδής, κυκλοθυμία, κυκλοτερής, κυκλοφορώ > κυκλοφορία.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κύκλος», σ. 463. https://navalhistory.gr/lexiko/κυκλοσ/