κρεμώ
ρ. [μετβ. και αμετβ.]
- στερεώνω κάτι στον τοίχο
- απαγχονίζω
- εγκαταλείπω μία συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα
- χάνω τη μυϊκή μου σφριγηλότητα
- (μτφ.) παντρεύομαι.
Ετυμολογία
< αρχ. κρεμῶ.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρεμώ», σ. 459. https://navalhistory.gr/lexiko/κρεμω/