navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κρεμώ

κρεμώ

ρ. [μετβ. και αμετβ.]

  1. στερεώνω κάτι στον τοίχο
  2. απαγχονίζω
  3. εγκαταλείπω μία συγκεκριμένη επαγγελματική δραστηριότητα
  4. χάνω τη μυϊκή μου σφριγηλότητα
  5. (μτφ.) παντρεύομαι.

Ετυμολογία

< αρχ. κρεμῶ.

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κρεμώ», σ. 459. https://navalhistory.gr/lexiko/κρεμω/