navalhistory.gr

navalhistory.grΛεξικό της Θάλασσας

Λεξικό της Θάλασσας › Κ › κάψα

κάψα

η, ουσ.

  1. (μετεωρ.) υπερβολική ζέστη
  2. (ιατρ.) πυρετός, θέρμη.

Ετυμολογία

< μσν. κάψα < αρχ. καίω [= ανάβω, βάζω φωτιά].

Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάψα», σ. 424. https://navalhistory.gr/lexiko/καψα/