κάψα
η, ουσ.
- (μετεωρ.) υπερβολική ζέστη
- (ιατρ.) πυρετός, θέρμη.
Ετυμολογία
< μσν. κάψα < αρχ. καίω [= ανάβω, βάζω φωτιά].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κάψα», σ. 424. https://navalhistory.gr/lexiko/καψα/