κύμα
το, ουσ.
- όγκος νερού που ανυψώνεται και χαμηλώνει σε συνεχείς σχηματισμούς στην επιφάνεια της θάλασσας ή της λίμνης, όταν αυτή αναταράζεται από την επίδραση ανέμου ή υπόγειου ρεύματος ή κάποιου άλλου παράγοντα, όπως εξαιτίας της πλεύσης σκάφους με μεγάλη ταχύτητα
- (μτφ.) οτιδήποτε που ομοιάζει με το φούσκωμα του θαλασσινού νερού, που εκδηλώνεται μαζικά και με ένταση τόσο στη φύση όσο και στην κοινωνία, όπως του πόνου, των συναισθημάτων μας, της διαμαρτυρίας, των συλλήψεων κ.λπ.
- παλμική κίνηση που μεταδίδεται από μόριο σε μόριο
- (φρ.) «κύματα λάβας / άμμου / ανθρώπων / βίας / ιδιωτικοποιήσεων / μετανάστευσης / καύσωνα / ψύχους», «μεγάλα / πελώρια / θεόρατα / άγρια / γιγαντιαία / μανιασμένα / ηχητικά / παλμικά / μηχανικά / διαμήκη / εγκάρσια / επιμήκη / οδεύοντα επιφανειακά / παλιρροϊκά / χειμέρια / στάσιμα / ηλεκτρομαγνητικά / αρμονικά / μακρά / μεσαία / βραχέα / υπερβραχέα / θερμότητας / πρώρας / συνεχή / διακοπτόμενα / υπερηχητικά / ερτζιανά κύματα», «ο φλοίσβος / ο αφρός των κυμάτων», «μήκος – πλάτος – ύψος / φάση / αντίσταση / διάδοση / ένταση / κλίση / κορυφή / οδηγός / μέτωπο / παραμόρφωση / περίοδος / σχήμα / ταχύτητα κύματος», «περνώ από σαράντα κύματα», δηλ. περνώ από εξονυχιστικό, έλεγχο, «νέο κύμα», μουσικός τρόπος έκφρασης στη δεκαετία του 60.
Ετυμολογία
< αρχ. κῦμα.
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κύμα», σ. 465. https://navalhistory.gr/lexiko/κυμα/