κατσάδα
η, ουσ. [χωρίς γεν. πληθ.]
επίπληξη σε αυστηρό ύφος και τόνο, συνών. βρίσιμο, μπινελίκι., μάλωμα, κατσάδιασμα, αντών. έπαινος.
Ετυμολογία
< βενετ. cazzada [= καλαμπούρι, αστεϊσμός, χλευασμός].
Χάρης Παπακυριακού, Λεξικό της Θάλασσας, Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας, Αθήνα 2026, λήμμα «κατσάδα», σ. 423. https://navalhistory.gr/lexiko/κατσαδα/